ερμήνευσις

ἑρμήνευσις, ἡ (Α)
[ερμηνεύω]
1. ερμηνεία, εξήγηση
2. το ύφος, ο εκφραστικός τρόπος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἑρμήνευσις — style fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνεύσει — ἑρμήνευσις style fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἑρμηνεύσεϊ , ἑρμήνευσις style fem dat sg (epic) ἑρμήνευσις style fem dat sg (attic ionic) ἑρμηνεύω interpret aor subj act 3rd sg (epic) ἑρμηνεύω interpret fut ind mid 2nd sg ἑρμηνεύω interpret… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνεύσεις — ἑρμήνευσις style fem nom/voc pl (attic epic) ἑρμήνευσις style fem nom/acc pl (attic) ἑρμηνεύω interpret aor subj act 2nd sg (epic) ἑρμηνεύω interpret fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμήνευσιν — ἑρμήνευσις style fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερμηνεύσιμος — η, ο αυτός που μπορεί να ερμηνευθεί, ο δεκτικός ερμηνείας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ερμήνευσις + ιμος (πρβλ. αναλύσ ιμος). Η λ. μαρτυρείται από το 1891 στον Ανδρέα Σκιά] …   Dictionary of Greek

  • ἑρμηνεύσεως — ἑρμηνεύσεω̆ς , ἑρμήνευσις style fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνεύσῃ — ἑρμηνεύσηι , ἑρμήνευσις style fem dat sg (epic) ἑρμηνεύω interpret aor subj mid 2nd sg ἑρμηνεύω interpret aor subj act 3rd sg ἑρμηνεύω interpret fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.